06/06/2020
Από πολλούς γνωστούς πληροφορηθήκαμε τις τελευταίες ημέρες για τη σειρά podcast της Lifo «Σεφέρης και Μουσική» και συγκεκριμένα το δέκατο μέρος με τίτλο «Η όμορφη γυναίκα της Αμοργού», όπου αναφέρονται μνήμες του Γιώργου Σεφέρη από το νησί και τη διαμονή του στο ξενοδοχείο Μικέ το Σεπτέμβριο του 1961. https://www.lifo.gr/articles/imerologio/284367/podcast-seferis-moysiki-10-i-omorfi-gynaika-tis-amorgoy
Γνωρίζαμε για τη συγκεκριμένη διαμονή, όχι όμως ότι οι λεπτομέρειες αναφέρονται στο βιβλίο Μέρες Η’, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.
Η Αμοργός το 1961 είναι ένας παρθένος τόπος. Τα χωριά ψηλά στα βουνά, ο κάμπος με τις ελιές, οι γυναίκες με τα μαντίλια στο κεφάλι. Στον Όρμο της Αιγιάλης λιγοστά σπίτια κυρίως ψαράδων.
Στην Αμοργό ταξιδεύουν λίγοι, ως επί το πλείστον άνθρωποι που έχουν ρίζες στο νησί, μένουν και δουλεύουν στην Αθήνα κι επιστρέφουν μία φορά το χρόνο να δουν τις οικογένειές τους, γονείς, παππούδες, όσους έχουν μείνει πίσω.
Ελάχιστοι είναι οι ξένοι, οι τουρίστες. Συνήθως ανήκουν στην αστική τάξη της εποχής. Ίσως αναζητούν την ηρεμία, την απλότητα, την απόλυτη χαλάρωση στις διακοπές τους. Φτάνουν στο νησί μετά από την περιπέτεια του πολύωρου ταξιδιού. Το πλοίο αγκυροβολεί στα ανοιχτά, βαρκούλες προσεγγίζουν για να παραλάβουν ανθρώπους και αποσκευές. Πιο πέρα αγωγιάτες με γαϊδουράκια, περιμένουν για να μεταφέρουν τους ταξιδιώτες στα ορεινά χωριά.
Ο Μικές Δεσποτίδης έχει μετατρέψει το πατρικό του σπίτι σε ξενοδοχείο. Γνωστός μάγειρας και ιδιοκτήτης πολυτελούς catering στην Αθήνα, προσφέρει στους πελάτες του πολυτέλεια (για τους όρους της εποχής) σε έναν επίγειο παράδεισο.
Σε κάθε όροφο υπάρχουν κοινά λουτρά για τους ενοίκους. Στο εστιατόριο του ξενοδοχείου σερβίρονται σε συγκεκριμένες ώρες τα γεύματα της ημέρας. Ηλεκτρικό ρεύμα υπάρχει αποκλειστικά στο ξενοδοχείο για κάποιες ώρες της ημέρας, με γεννήτρια. Σερβιτόροι με λευκά πουκάμισα και παπιγιόν, καμαριέρες με κάτασπρες ποδιές φροντίζουν να μη λείψει τίποτα από τους εκλεκτούς επισκέπτες.
Φαντάζομαι το Γ. Σεφέρη στο μπαλκόνι του δωματίου του. Να παρατηρεί κάτω τους ανθρώπους του νησιού. Να πηγαίνει ίσως να χαλαρώσει στην αμμουδιά της Αιγιάλης ή στις απέναντι παραλίες. Να αγναντεύει το ηλιοβασίλεμα. Να απολαμβάνει το φρέσκο ψάρι και τα ντόπια προϊόντα. Να πιάνει συζητήσεις με τον ιδιοκτήτη και τους υπόλοιπους ενοίκους του ξενοδοχείου, να συζητούν για το νησί και τους ανθρώπους ή η συζήτηση να ξεφεύγει σε άλλα θέματα της εποχής.
Κι εκείνος όπως όλοι, ένας από όλους τους εκλεκτούς επισκέπτες, γνωστούς και άγνωστους που πέρασαν και θα περάσουν από τα μπαλκονάκια του ξενοδοχείου. Όλοι να αναζητούν αυτό που το νησί πρόσφερε και προσφέρει τόσα χρόνια απλόχερα. Να είναι αυτή η μαγεία, η ιδιαίτερη ενέργεια που προσφέρει ο τόπος; Να είναι οι άνθρωποι που διαμορφώνουν και διαμορφώνονται ταυτόχρονα από το χαρακτήρα του νησιού;
Νομίζω το ίδιο συναίσθημα παραμένει αναλλοίωτο στο χρόνο. Ταξιδιώτες που έρχονται συχνά με το άγχος της μεγαλούπολης, κάπου στη διαμονή τους χαλαρώνουν, γεμίζουν ήλιο και εικόνες, και φεύγουν, συχνά με την υπόσχεση να επιστρέφουν ξανά και ξανά.
Για εμάς που βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο αυτό, δεν υπάρχουν πολλά να πούμε, πέρα από ένα ευχαριστώ για όλα αυτά τα χρόνια που με την παρουσία και τη συνεχή προτίμησή σας έχετε κάνει το ξενοδοχείο να αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου.