11/07/2026
Δεν υπάρχουν πολλοί σαν τον Πέτρο Μόκα. Και αυτό είναι που πρέπει να μας ανησυχεί.
Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν γρήγορα, εκείνος επέλεξε να μείνει πιστός σε έναν δρόμο που χαράχτηκε αιώνες πριν. Κάθε άνοιξη ανεβάζει τα κοπάδια του από τον θεσσαλικό κάμπο στους Καλαρρύτες. Όχι επειδή το επιβάλλει η παράδοση, αλλά επειδή αυτή είναι η ζωή του.
Είναι από τους τελευταίους μετακινούμενους κτηνοτρόφους της Πίνδου. Φύλακας της καλαρρύτικης φυλής προβάτων «Μπούτσικο». Αυτοδίδακτος στο κλαρίνο, στη φλογέρα και στο τραγούδι. Όμως η μουσική του δεν γεννήθηκε στις πίστες ούτε στα στούντιο. Γεννήθηκε στις στάνες, στα ξημερώματα των βουνών, δίπλα στα ζώα και στον ήχο από τα κουδούνια.
Φέτος, για πρώτη φορά, αυτή η πορεία διακόπηκε.
Η απαγόρευση της μετακίνησης των κοπαδιών, εξαιτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, δεν κράτησε μόνο τα ζώα μακριά από τα θερινά βοσκοτόπια. Κράτησε μακριά έναν ολόκληρο πολιτισμό από τον φυσικό του χώρο. Έναν πολιτισμό που δεν επιβιώνει σε προθήκες και φεστιβάλ, αλλά μόνο όσο υπάρχουν άνθρωποι που τον ζουν.
Ο Πέτρος έγραψε ένα ποίημα.
«Ο Αναστεναγμός».
Ίσως γιατί υπάρχουν στιγμές που η ποίηση μπορεί να πει την αλήθεια πιο καθαρά από οποιαδήποτε ανακοίνωση. Και ίσως γιατί, μέσα στους στίχους του, δεν θρηνεί μόνο ο ίδιος. Θρηνούν τα βουνά που περίμεναν τα κοπάδια. Οι στάνες που έμειναν άδειες. Οι άνθρωποι που επιμένουν να κρατούν ζωντανό έναν τρόπο ζωής που η Ελλάδα έχει ανάγκη περισσότερο απ' όσο ίσως αντιλαμβάνεται.
Γιατί, αν κάποτε πάψει να ακούγεται το κουδούνι του κοπαδιού στις πλαγιές της Πίνδου, δεν θα έχουμε χάσει μόνο μια παράδοση.
Θα έχουμε χάσει έναν τρόπο να υπάρχουμε μέσα στον τόπο μας.