15/03/2026
Πρωτοβουλίες με στόχο τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης – Το παράδειγμα του SAMOS BAY HOTEL
Η κατανάλωση ενέργειας είναι ένα γενικό κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης, είτε
παράγει προϊόντα είτε παρέχει υπηρεσίες. Στον κόσμο του αβέβαιου ενεργειακού κόστους και της πρόσβασης σε ορυκτά καύσιμα καθώς και των αυξανόμενων περιβαλλοντικών ανησυχιών μεταξύ των επιχειρήσεων, η κατανάλωση ενέργειας στα ξενοδοχεία ανησυχεί έντονα τις επιχειρήσεις. Προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ξενοδοχείου σε τομείς όπως η θέρμανση, η ψύξη, ο φωτισμός και η κατανάλωση νερού, είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν οικολογικές λύσεις και καλές πρακτικές του προσωπικού και των επισκεπτών.
Η επιχείρηση, σταθερά προσηλωμένη στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και λειτουργίας, επιδιώκοντας την υιοθέτηση και εφαρμογή μέτρων και πρακτικών για τη βελτίωση της ενεργειακής της απόδοσης και τη μείωση του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος, προχώρησε στην πραγματοποίηση ενεργειακής επιθεώρησης με τη συνδρομή πιστοποιημένου ενεργειακού επιθεωρητή.
Ειδικότερα, προχώρησε στην αποτύπωση της σημερινής ενεργειακής εικόνας της και στη σύνταξη Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ) με αρ. πρωτ.: 75304/2024 και αρ. ασφαλείας: LQC3R-TT6R6-QNHRJ-J.
Το αναφερόμενο ΠΕΑ, καταγράφει για την επιχείρηση ωφέλιμη επιφάνεια (επιφάνεια δεκτική παρεμβάσεων εξοικονόμησης ενέργειας) 2.681,50 τ.μ. και την κατατάσσει σήμερα στην ενεργειακή κατηγορία «Δ».
Η υπολογιζόμενη ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, υπολογίζεται σήμερα σε 367,00 Kwh/m2 ενώ οι ετήσιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) υπολογίζονται σήμερα σε 121,00 Kg/m2.
Με βάση το προτεινόμενο φύλλο παρεμβάσεων (μόνωση κτιριακού κελύφους, αντικατάσταση εξωτερικών κουφωμάτων με νέα υψηλής ενεργειακής πιστοποίησης, τοποθέτηση νέων κλιματιστικών συσκευών, ηλιακών θερμοσιφώνων και αντλιών θερμότητας για ΖΝΧ), η επιχείρηση αναμένεται να βελτιώσει σημαντικά της ενεργειακή της απόδοση επιτυγχάνοντας άνοδο στην ενεργειακή κατηγορία A+ με ταυτόχρονη εξοικονόμηση ενέργειας ετησίως κατά 300,00 Kwh/m2 και εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) κατά 98,25 Kg/m2, ήτοι ποσοστά 81,80% και 81,20% αντίστοιχα.