Ιστορικοί και Αρχαιολόγοι επισημαίνουν ότι οι κυριότεροι οικισμοί στο νησί ήταν : Τα Χάλαντρα, ο Γαλησσάς, η Ποσειδωνια, ο Φοίνικας, ο οικισμός στην σημερινή Ερμούπολη…
Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι βεβαιώνουν ότι τον 6ο αι. στο βουνάκι του Γαλησσά υπήρχε Δήμος ανεξάρτητους τοπικούς θεσμούς, δηλ. πολιτεία οχυρωμένη, με αυτόνομο Δήμο, με δικό της βασιλιά, με Βουλή Δημογερόντων, με Ασκληπιείο (Νοσοκομείο) και νομισματοκοπείο. Ο Δήμος του Γαλησσά άνηκε ως ανεξάρτητος στην Αθηναϊκή Συμμαχία και πλήρωνε φόρο.
Ενός μόνο βασιλιά το όνομα μας είναι γνωστό. Πρόκειται για τον Κτησία που κατοικούσε σύμφωνα με τον Όμηρο σε «λαμπρό ανάκτορο». Ο Όμηρος στην Οδύσσεια, (ραψωδία ο’) που έζησε τον 9ο αιώνα, αναφέρει ότι ο βασιλιάς Κτησίας είχε ένα γιό τον Εύμαιο. Το βασιλόπουλο αυτό ύστερα από πολλές περιπέτειες πουλήθηκε από τους Φοίνικες στον Λαέρτη, τον βασιλιά της Ιθάκης, δηλαδή τον πατέρα του Οδυσσέα, και τον έκανε αρχιβοσκό. Το βασιλόπουλο, ο Εύμαιος, διηγήθηκε την καταγωγή του στον Οδυσσέα ως εξής:
« Ένα νησί είναι, Συρίη το λένε. Έχει άφθονους καρπούς, άφθονη βοσκή και πολλά πρόβατα, παράγει πολύ κρασί και πολύ σιτάρι. Στον λαό η πείνα είναι άγνωστη. Οι κάτοικοι είναι υγιέστατοι και μακρόβιοι, και σε βαθιά γεράματα όταν φτάσουν, χωρίς πόνους πεθαίνουν. Δύο πόλεις είναι εκεί, κι όλα τους τα έχουν μοιρασμένα κι οι δύο όμως γνώριζαν Βασιλιά τον Κτησία Ορμενίδη, όμοιο προς τους αθάνατους θεούς.
Αυτός πατέρας μου ήταν.» (Οδύσσεια, ραψ. ο’)
Τον 6ο π.χ. αι. άρχοντας της πόλης ήταν ο Πριηνεύς Σύριος Γαλήσσιος. Ο Πριηνεύς καταγόταν δηλ. από τη Γαλησσό ή Γαλησσία ή Γαλησσιά που ήταν τότε Δήμος της Σύρου. Οι πόλεις της Σύρου διατηρήθηκαν και κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο (450π.Χ. – 164π.Χ.). Μέχρι το 2ο π.Χ. αι. η κωμόπολη του Γαλησσά, αφού γνώρισε ένδοξα χρόνια, κατά καιρούς δέχτηκε τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας.
Πειρατές, ληστές, πορθητές, επιδημίες, ερήμωσαν σιγά σιγά αυτόν τον τόπο, τον καταστρέψανε και τελικά τον βύθισαν στο σκοτάδι. Τώρα μένουν μόνο ίχνη του ένδοξου πολιτισμού της πόλης του Γαλησσίου. Όπως λέει ο ποιητής
« Κι έρειξε στη λησμοσύνη, Στο σκοτάδι το πηχτό,
Την πρωτεύουσα του Ορμένη, Του Πριηνέα, απ’ τη Γαλησσό»
Στις ανασκαφές που έγιναν στα Μνημούρια του Γαλησσά από διάφορους αρχαιολόγους, σύμφωνα με τον ιστορικό Τιμ. Αμπελά, βρέθηκαν πολλά αρχαία ευρήματα τα οποία εστάλησαν στο Εθνικό Μουσείο Αθηνών. Ανήκουν στην 4η, 3η και 2η χιλιετηρίδα π.Χ.
Κατά τους Ρωμαϊκούς και Βυζαντινούς χρόνους οι κάτοικοι που μένουν στον Γαλησσά είναι ελάχιστοι και ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία. Τον 4ο μ.Χ. αι. οι κάτοικοι της Σύρου ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό. Από τον 12ο αι., για να αποφύγουν τις επιδρομές των Αράβων και των Σλάβων πειρατών, συγκεντρώνονται μαζί με όλους τους άλλους κατοίκους της Σύρου στο Κάστρο της Άνω Σύρου, που ήταν η μοναδική Πολιτεία σ’ ολόκληρο το νησί. Εκεί αισθάνονται πιο ασφαλείς.
Γύρω στα 1870, όταν πια εξέλειψε ο κίνδυνος των πειρατών, οι αγροκτηματίες και οι βοσκοί εγκαταστάθηκαν στα χωριά τους ως μόνιμοι κάτοικοι κι έτσι άρχισε να δημιουργείτε το χωριό. Ο Γαλησσάς έγινε κοινότητα το έτος 1914. Κατά την απογραφεί του 1896 το χωριό απαριθμούσε 216 κατοίκους.
Στις αρχές του 19ου αιώνα σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες , (ιστορικοί του νησιού, αρχεία της Καθολικής Επισκοπής Άνω Σύρου)υπήρχαν 4.000 – 5.000 κάτοικοι στο νησί, Καθολικοί στο θρήσκευμα η μεγάλη πλειονότητα, και μερικές οικογένειες Ορθόδοξες και διερωτάται κανείς πότε και ποιοι λόγοι συνέβαλαν στην προσχώρηση των κατοίκων της Σύρου στον Καθολικισμό.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντώνιος Σιγάλας, μελέτησε επισταμένως τη γλώσσα των παλαιών κατοίκων της Σύρου, των Καθολικών στο θρήσκευμα, και βεβαιώνει ότι είναι όχι μόνο ελληνική αλλά με το χρόνο φυσιολογικά εξελίχτηκε και εμπλουτίστηκε με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως συνέβη και στα άλλα νησιά των Κυκλάδων. Μελέτησε τα παλαιά έθιμα τους που αναφέρονται στα γαμήλια έθιμα, στους χορούς, στα τραγούδια, στα αποκριάτικα γλέντια, στα παραμύθια, στις παροιμίες, στα πανηγύρια, στις λαϊκές εορτές καθώς και στην παλαιά ενδυμασία που φορούσαν, όπως ακριβώς οι Έλληνες συμπατριώτες τους. Εξέτασε τα σωζόμενα γραπτά μνημεία που είναι τα διάφορα προικοσύμφωνα, οι αγοραπωλησίες, οι διαθήκες και τα κτηματολόγια. Βρήκε επίσης ότι τα ονόματα των φυτών, τα τοπωνύμια είναι ελληνικά.
Παρατήρησε ακόμα αρκετά παλαιά καθαρά ελληνικά θρησκευτικά έθιμα ορθόδοξα τα οποία τηρούν και οι Καθολικοί της παλαιάς Σύρου. Γνήσιο ελληνικό θρησκευτικό έθιμο είναι η περιφορά του Επιταφίου και η εντός κουβουκλίου λιτάνευση της Εικόνας της Ανάστασης και άλλες συνήθειες που δεν υπάρχουν στην Καθολική εκκλησία στη Δύση.
«Δέχτηκα και δέχομαι, συνεχίζει ο Α. Σιγάλας, ότι οι παλαιοί πριν το 1821 Καθολικοί το θρήσκευμα κάτοικοι της Σύρου, είναι Έλληνες την καταγωγή. Όχι μόνο τούτο, δέχτηκα και δέχομαι ότι ήταν πριν Ορθόδοξοι και ότι στον καιρό της Φραγκοκρατίας για διάφορους λόγους, σαν σπουδαιότερο θεωρώ τους μεικτούς γάμους, ασπάστηκαν με τον καιρό, εκτός από μερικές οικογένειες, το καθολικό δόγμα.» (Εκλαϊκευμένα Μελετήματα Β’ σελ. 176 Αθήνα 1971, Αντ. Σιγάλας)
Ο Αχιλλέας Δημητρακόπουλοςπροσθέτει: « Η εξάπλωση του καθολικού δόγματος συντελέστηκε σταδιακά και χωρίς να ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση ή να αλλοιωθεί η σύνθεση του πληθυσμού.» (Σύρος, οδηγός για τον επισκέπτη. Κυκλαδικές εκδόσεις)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι από το βιβλίο «Ο ΓΑΛΗΣΣΑΣ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ - ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ» και από το βιβλίο « Η ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟ ΓΑΛΗΣΣΑ» τα οποία έχει γράψει ο Γαλησσιανός εκπαιδευτικός Μάρκος Κ. Φρέρης τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το έργο του και την προσφορά του.