26/11/2024
Για τους επισκέπτες της πόλης..
Το βολιώτικο σαβουάρ-βιβρ της τσιπουροποσίας.
Μόλις πλησιάσει 2 το μεσημέρι, σε όλη την πόλη δίνεται το σύνθημα: «Πάμε για ένα;». Δια τηλεφώνου ή στον γνωστό που θα συναντήσεις στο δρόμο. Γύρω στις 3, όλος ο Βόλος μοσχοβολά αναθυμιάσεις γλυκάνισου, χταπόδι στα κάρβουνα και στα τσιπουράδικα έχεις χάσει πια την ελπίδα να βρεις στασίδι να συμμετάσχεις κι εσύ στην κατάνυξη.
Το βολιώτικο τσιπουράδικο είναι παράδοση που έρχεται μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, κυρίως, όμως, είναι κώδικας που αντιλαμβάνονται μόνον οι ντόπιοι και στη μετάφραση του οποίου θα χαθείς εσύ ο ξένος, ο ανειδίκευτος αν δεν έρθεις «διαβασμένος». Ακόμη και να ξεχάσεις όλα τα υπόλοιπα, όσο είσαι νηφάλιος, κράτα τα βασικά: εδώ δεν παραγγέλνουμε παρά μόνο το τσίπουρο, διευκρινίζοντας το «με» ή «χωρίς» γλυκάνισο. Ερωτήσεις όπως «τί φρέσκο έχουμε σήμερα;», «από ψαράκι τί παίζει;» και «πόσους μεζέδες θα μας φέρετε» είναι άκυρες και προσβλητικές για τον ιερουργό τσιπουρά-αφεντικό, ο οποίος θα σε κατατάξει αμέσως στους τουρίστες- αουτσάιντερς με ό,τι αυτό συνεπάγεται στη συνέχεια. Άστο λοιπόν, πάνω του. Η χαλαρή διάθεση είναι ο καλύτερος μεζές.
Ο Δεκάλογος της σωστής τσιπουροποσίας
1. Το αυθεντικό τσιπουράδικο κρύβεται στα στενά των μετόπισθεν της πόλης και δεν έχει θέα-παραλία.
2. Για να απολαύσεις όλη την αλήθεια του και να μην σε περάσουν για τουρίστα, θα κάνεις όπως οι βολιώτες: εδώ οι λέξεις «κράτηση» και «μενού» είναι απλά άγνωστες.
3. Παραγγέλνουμε μόνο το τσίπουρο, «με» (γλυκάνισο) ή «χωρίς». Ο μεζές έρχεται σαν συνοδεία, ανάλογα με την ψαριά της ημέρας, ξεκινά από απλές γεύσεις και όσα περισσότερα τσίπουρα παραγγέλνεις, γίνεται πλουσιότερος και περιεκτικότερος.
4. Ακόμη κι αν δεν σκοπεύεις να γίνεις στουπί προκειμένου να δοκιμάσεις όλη την γκάμα του μεζέ, παραγγέλνεις τα τσίπουρα και απλά, δεν τα πίνεις ή αν είναι εμφιαλωμένα τα παίρνεις για το σπίτι.
5. Η μόστρα είναι ένας νεωτερισμός που οι λάτρεις της παράδοσης απεχθάνονται, γιατί σκοτώνει τον ρυθμό της τσιπουροποσίας. «Μόστρα» είναι να παραγγείλεις από την αρχή ένα μπουκάλι τσίπουρο, το οποίο θα προσγειώσει στο τραπέζι σου όλη τη γκάμα του μεζέ της ημέρας. Αν, όμως, είσαι περαστικός, βολεύει. Έτσι θα δοκιμάσεις τα πάντα χωρίς να σκοτίζεσαι για το πόσα καραφάκια πρέπει να παραγγείλεις.
6. Αν κάνεις το λάθος να παραγγείλεις έξτρα ένα πιάτο που σου γυάλισε στο δίπλα τραπέζι, θα πληρώσεις ακριβότερα αυτό που ούτως ή άλλως θα έρθει από μόνο του με τα επόμενα τσίπουρα.
7. Αν δεν είσαι μύστης, το τσίπουρο, που είναι ύπουλο ποτό, μπορεί να σε «στείλει».
8. Σαν αρχάριος μπορείς να ξεκινήσεις με ένα εμφιαλωμένο και μεγάλη προσοχή στην ποσότητα, ωσότου συναντηθείς με το δικό σου όριο. Για καλό και για κακό, προσθέτεις μπόλικο πάγο και νεράκι.
9. Ποτέ δεν ονοματίζεις την τελευταία γύρα. Όταν η παρέα αποφασίσει ότι χόρτασε απλά αναφέρει την φράση ( φέρε για το σβήσιμο) που σημάνει στα βολιώτικα, αυγά μάτια με παστουρμά και μπύρα παγωμένη.
10. Και μην ξεχνάς, το τσίπουρο δεν είναι καθόμαστε και τρώμε του σκασμού. Θέλει ρυθμό, ανάσες, μεζέ και κουβέντα ανάμεσα στις γουλιές. «Ρέγουλα» το λένε στα ντόπια. Και πρόκειται σαφώς για μια μεσημεριανή συνήθεια-ιεροτελεστία. Τα αυθεντικά τσιπουράδικα κλείνουν μόλις ξεπουλήσουν τις προμήθειες της ημέρας και δεν ανοίγουν ποτέ βράδυ.
Κείμενο: Ελένη Ψυχούλη
Πηγή: athensvoice.gr
Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος
www.gastronomos.gr